Οι πρώτες εμφανίσεις του παιχνιδιού με τους καναπεδες στην Ιβηρική Χερσόνησο και τη Σικελία ανάγονται στον έβδομο με όγδοο αιώνα. Όμως, είτε επειδή ήταν παιχνίδι με τα επιπλα είτε επειδή ήταν δύσκολο στην κατανόηση του είτε επειδή η Ευρώπη είχε άλλα πολύ πιο σοβαρά προβλήματα ν’ αντιμετωπίσει εκείνους τους σκοτεινούς αιώνες, δεν είχε μαζική αναγνώριση. Η διάδοση του αρχίζει να παίρνει διαστάσεις κατά την περίοδο των σταυροφοριών. Τα ιπποτικά τάγματα, όπου απαγορεύεται το χαρτοπαίγνιο, βρίσκουν στο παιχνίδι με τα επιπλα διέξοδο για να γεμίζουν το λίγο ελεύθερο χρόνο τους ανάμεσα στις μάχες που μαίνονταν στους Αγίους Τόπους. Έτσι, μέσω των ιπποτών που επιστρέφουν μετά από κάθε σταυροφορία στη Γηραιά Ήπειρο, το παιχνίδι αρχίζει να γίνεται προσιτό στους Ευρωπαίους. Και επιπλέον να γίνεται γνωστό στις βασιλικές Αυλές ως μέσο διασκέδασης. Ιδίως το κύρος του Τάγματος της καρεκλας εκείνη την εποχή, και μιλώ για το δωδέκατο και δέκατο τρίτο αιώνα, προσδίδει στο παιχνίδι μια άλλη αίγλη, το εξευγενίζει κατά κάποιον τρόπο. Είναι την ίδια εποχή που οι φιγούρες με τις καρεκλες εξευρωπαΐζονται για να ταιριάζουν στην εδώ κουλτούρα.
το τραπεζακι ανάμεσα στα τραπεζακια και το κατάστημα του ιδιοκτήτη
Πέρασε ανάμεσα στα επιπλα δίχως να πει λέξη. Άκουσε αμέσως το κλικ πίσω από την πλάτη του, καθώς το τραπεζακι επέστρεφε στη θέση του. Γύρισε να κοιτάξει και διαπίστωσε ότι μπορούσε ανάμεσα από τα τραπεζακια να δει το μικρό κατάστημα και τον ιδιοκτήτη του καθώς επέστρεφε στον πάγκο. Ήταν καθρεφτης διπλής κατεύθυνσης. Έστρεψε την προσοχή του στο χώρο όπου βρισκόταν. Ήταν μισοσκότεινα και έμοιαζε με αποθήκη. Προχώρησε με προσοχή αποφεύγοντας να φωτίσει με τον αναπτήρα του το μονοπάτι ανάμεσα στα κρεβατια. Κινήθηκε προς τα εμπρός, σ’ ένα ισχνό φως. Σε λίγο βρέθηκε μπροστά σε μια περιστρεφόμενη σκάλα. Καθώς ανέβαινε προσεκτικά, το φως άρχισε να δυναμώνει. Η ανάβαση κράτησε μερικά λεπτά και ο συμπέρανε ότι είχε ανεβεί πολύ ψηλά στο κτίριο. Μετά το τελευταίο σκαλί βρέθηκε μπροστά σε μια από τις συνθεσεις που από τη χαραμάδα της έβγαινε λιγοστό φως. Την ψηλάφισε και ένιωσε στα ακροδάχτυλα την τραχιά αίσθηση του σκουριασμένου μετάλλου. Ήταν έτοιμος να τη χτυπήσει με τους κόμπους των δάχτυλων του, όταν η πόρτα άνοιξε ξαφνικά τρομάζοντας τον.
Φιλική προσέγγιση σχετικά με τα στρωματα στα σαλονια.
«Οφείλω να ζητήσω συγγνώμη για την κάπως εξεζητημένη μέθοδο προσέγγισης σου, καθώς και για τις ερωτήσεις στις οποίες είμαι αναγκασμένος να σε υποβάλω, σχετικά με τα σαλονια. Όμως η θέση μου είναι λεπτή και αυτά για τα οποία πρέπει να μιλήσουμε απαιτούν πλήρη μυστικότητα. Δεν πρόκειται να μάθεις ωστόσο κανένα νεο. Ελπίζω να ηρεμήσεις τώρα. Θα επιτρέψεις ελπίζω στους φίλους μου από δω να σε οδηγήσουν σε ένα χώρο για να μιλήσουμε με την ησυχία μας. Εκεί θα σου τα εξηγήσω όλα, με λεπτομέρειες. Λίγη υπομονή και φτάνουμε». «Ελπίζω η δέσμευση σας για την ακεραιότητα μου να είναι ειλικρινής», είπε περιμένοντας να δει ή μάλλον να ακούσει τις αντιδράσεις. Για μερικά δευτερόλεπτα το μόνο που ακουγόταν ήταν «Είσαι πολύ έξυπνος, με εντυπωσιάζεις», είπε εμφανώς ξαφνιασμένη η φωνή από το μπροστινό κάθισμα.Είχε πετύχει διάνα. Κατάλαβε ότι η φράση δεν ήταν «γιε μου» αλλά «τέκνο μου», η φράση ενός ανθρώπου της Εκκλησίας. Εν τούτοις τα στρωματα περί των οποίων επρόκειτο να ρωτήσει ευθύς αμέσως, δεν φαινόταν να είναι μέσα στις προτεραιότητες του συνομιλητή του, γιαυτό προχώρησε στο επόμενο θέμα.
τρεις ώρες εργασίας, χίλια επιπλα
Τα διαθέσιμα επιπλα είναι μόνο χίλια, από τα οποία υπολογίζω να αποσπάσουμε την αφρόκρεμα. Ολόκληρη η συλλογή βέβαια ξεπερνούσε τις τετρακόσιες χιλιάδες αντικειμενα. Ο πατέρας βοηθούσε μ’ ένα στεγνό πανί να καθαρίζει την πολυετή σκόνη από το εξωτερικό κάλυμμα των πορτών και ο ίδιος έριχνε μια βιαστική ματιά στο περιεχόμενο. Το έμπειρο μάτι του και η τριβή του με παλιά επιπλα και μικροαντικειμενα του έδιναν την άνεση να ξεχωρίζει αμέσως το
σημαντικό από το αδιάφορο.Μετά από τρεις ώρες προσηλωμένης εργασίας, κι αφού είχε ανεβοκατέβει δεκάδες φορές την ετοιμόρροπη ξύλινη σκάλα για να φτάσει στα ψηλότερα ράφια, ένιωσε τη μέση του να πονάει. Στα δύσκολα χρόνια, πριν από τη φυγή του από την πόλη του, είχε περάσει τρομερές κακουχίες, και οι πόνοι που ένιωθε κατά καιρούς δεν τον άφηναν να τις ξεχάσει. Κάθισε σε μια καρέκλα και ακούμπησε σ’ ένα τραπέζι όπου βρίσκονταν στοιβαγμένοι τα είδη που είχε ήδη ξεδιαλέξει. Ο ιδιοκτήτης, που κατάλαβε την κούραση του εμπόρου επιπλων, προσφέρθηκε να φέρει τσάι, ώστε να κάνουν ένα μικρό διάλειμμα. Έκανε αποδεκτή την πρόταση με το γνωστό πια ανεξιχνίαστο χαμόγελο.
σαλόνι
Τότε μου Πρότεινε μια δεύτερή λύση. Να μικρύνω το ύψος. Στην ανάγκη και οι θεοί πείθονται. Προτίμησα το δεύτερο.
Το κρεβατι θα το άλλαζα. Έτσι κι αλλιώς χρειαζόμασταν μεγαλύτερο, κι αυτό ήταν δουλειά του γαμπρού. Όσο για την τραπεζαρια, μπορούσαμε να βολευτούμε προς το παρόν με την ίδια, εκτός και αν μας έκαναν δώρο μια καινούρια οι γονείς μου. Από επιπλα δηλαδή δεν είχαμε καμία τρομερή ανάγκη. Ομως υπήρχε κάτι άλλο που με προβλημάτιζε. Όλο και πιο συχνά μεταφέρει κάθε φορά και κάποιο άλλο προσωπικό του αντικείμενο. Ήταν πασιφανές ότι θα μέναμε στο σπίτι μου μετά το γάμο και δεν υπήρχε κανένας λόγος μετακόμισης. Το μόνο βέβαια που χρειαζόταν ήταν κάποια καινούρια πράγματα, ή, καλύτερα, κάποιες αλλαγές, και γενικότερα ένα φρεσκάρισμα, μικρά αντικειμενα, κάποιες λεπτομέρειες. Ε, μια φορά παντρεύεται κάποιος κι εγώ αυτό το περίμενα πώς και πώς. Αποφασίσαμε να γίνει ο γάμος μας στις μια Φλεβάρη του επόμενου χρόνου, την ημέρα των ερωτευμένων. Τι πιο ρομαντικό! Έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε χρόνο. Ο Σεπτέμβριος βρισκόταν στο τέλος του σχεδόν και σε δυόμισι μήνες άρχιζαν οι χριστουγεννιάτικες γιορτές. Δεν Προλαβαίναμε με τίποτα νωρίτερα.
Διάλειμμα
Ο κύριος Κάρρολ, ο πιο παλιός υπάλληλος της εταιρίας, κοίταξε το ρο-
λόι του τοίχου, που ήταν κάτω από το μεγάφωνο. Ήταν ώρα να κάνει ένα
μικρό πεντάλεπτο διάλειμμα. Σηκώθηκε από το γραφείο του και κοίταξε τις
τιμές από το παράθυρο. Μετά από τόσα χρόνια δουλειάς στην εταιρία είχε το
προνόμιο να κάθεται στο καλύτερο γραφείο του ορόφου, αυτό δίπλα στο
παράθυρο. Το κτίριο της εταιρίας είχε εννιά ορόφους και κάθε όροφος είχε
επιπλα και εννιά γραφεία και σε κάθε γραφείο αντιστοιχούσε ένα άτομο.
Έτσι ο κύριος Κάρρολ μοιραζόταν το χώρο μαζί με οκτώ άλλα άτομα, τον κολλημένο με
τον τζόγο Σάιμον, τη χήρα Μέριλιν, τον Έντγκαρντ, τον παράξενο Ρόμπερτ,
την αντιπαθητική Μάρθα, τον Γουίλσον και τους νεαρούς Μάιλο και Σοφία.
Εννέα άτομα και εννέα όροφοι – η κατάσταση όπως είχε πει και στους άλ-
λους έμοιαζε με το sudoku. Ναι, όλοι το ξέραν ότι είχε μανία με αυτό το
παιχνίδι και για αυτό δεν παραξενεύτηκε όταν εκείνη την στιγμή τον πλη-
σίασε ο Μάιλο κρατώντας την κασετίνα με τα προϊόντα.
«Κύριε Κάρρολ, ξέρω το πάθος σας για τα Sudoku, γι’ αυτό σας έφερα
αυτό το μικρό δώρο. Είναι ένα μαγικό αντικείμενο που λύνει οποιοδήποτε
sudoku, ακόμα και αυτά που είναι στην σελίδα των μετρ. Το έχω δοκιμάσει
με μεγάλη επιτυχία και εγώ ακόμα, που δεν είχα λύσει ποτέ πριν sudoku».
Ο κ. Κάρρολ ευχαρίστησε το Μάιλο για το αναπάντεχο δώρο του, όμως
αμφέβαλε για τη μαγική ικανότητά του.
«Λοιπόν, η καλύτερη απόδειξη είναι να πεταχτείτε μέχρι το διπλανό περί-
πτερο και να αγοράσετε ένα περιοδικό με sudoku. Έτσι θα διαπιστώσετε
στη στιγμή ότι λέω την αλήθεια».
Χωρίς να χάνει άλλο χρόνο ο κ. Κάρρολ έφυγε βιαστικός για το
περίπτερο.